Αλλά δεν ήξερε ότι οι νέοι ένοικοι θα
εγκατασταθούν εδώ ήδη από την Τετάρτη…

– Θα διαλέξω μόνη μου την ταπετσαρία για το
παιδικό δωμάτιο στο σπίτι σου! — έλεγε με
αλαζονεία η κουνιάδα σε φίλη της στο τηλέφωνο,
αραδιασμένη στην πολυθρόνα του σαλονιού μου. –
Ναι, ναι, θέλω ανοιχτόχρωμες, με μπεζ
αρκouδάκια.
Η Λένα μόλις τώρα ξεκαθαρίζει όλη της την
ακαταστασία, ελευθερώνει τον χώρο. Νομίζω ότι θα τελειώσει μέχρι το Σαββατοκύριακο.
Η Ελένη δεν απάντησε τίποτα. Τράβηξε μια φαρδιά ταινία συσκευασίας πάνω στο καπάκι ενός ακόμη χάρτινου κουτιού και την πίεσε με δύναμη με την παλάμη της.
Η κολλητική ταινία ξεκόλλησε με έναν κοφτερό, δυνατό ήχο.
Η Αλίνα μορφάσθηκε. Έκλεισε το μικρόφωνο του τηλεφώνου με την παλάμη της και κοίταξε δυσαρεστημένη τη νύφη της, σαν να την εμποδίζλε επίτηδες να κάνει μια εξαιρετικά σημαντική συζήτηση.
– Τέλος, Νάντια, θα σε ξαναπάρω αργότερα – είπε τέλος εκείνη και τερματίσε την κλήση.
Αφού άφησε το τηλέφωνο δίπλα, η κουνιάδα επιθεώρησε χαλαρά το σαλόνι. Σταμάτησε ιδιαίτερα προσεκτικά το βλέμμα της στα ήδη άδεια ράφια της μεγάλης βιβλιοθήκης.
– Άκουσε, Λέν, σκέφτηκα κάτι ακόμα. Τα κουρτινόξυλα θα χρειαστεί να αλλαχθούν. Αυτά είναι εντελώς αρχαία, της γιαγιάς μάλλον. Δεν θα μπορώ να τα βλέπω κάθε μέρα – θα πάθω κατάθλιψη. Και μου απαγορεύεται κατηγορηματικά να νευριάζω τώρα.
– Της γιαγιάς; – επنέλαβε η Ελένη, σηκώνοντας με το νύχι την άκρη της ταινίας σε ένα κουτί, όπου έβαζε τα χειμερινά της παπούτσια.
Δεν σήκωσε καν το κεφάλι της.
– Μα ποια άλλων; – απάντησε ξέγνοιαστα η Αλίνα. – Αφού πιο κοντά στο καλοκαίρι θα μετακομίσω εδώ.
Ισιώσε το φωτεινό μεταξωτό της φουλάρι στον λαιμό, βολεύτηκε καλύτερα και σταυροπόδιξε.
– Ο Μαξίμ είπε ότι έχετε χώρο άφθονο. Τι έχουμε να μοιράσουμε; Δυο γυναίκες κάτω από την ίδια στέγη θα τα βρουν μια χαρά. Ειδικά εγώ με το μωρό. Εσύ έτσι κι αλλιώς λείπεις στη δουλειά από το πρωί ως το βράδυ, το σαλόνι δεν σου χρειάζεται στην ουσία. Και εμείς εδώ θα βολευτούμε υπέροχα.
Η Ελένη σηκώθηκε αργά.
Νά λοιπόν πώς.
Ο Μαξίμ αποφάσισε πάλι να δείξει γενναιοδωρία εις βάρος άλλων.
Η μικρότερη αδελφή του είχε εμφανιστεί στο σπίτι τους πριν από περίπου μία ώρα. Χωρίς να τηλεφωνήσει εκ των προτέρων, όπως συνήθως. Μα γιατί; Συγγενείς άλλωστε. Δικοί τους.
Ο Μαξίμ ποτέ δεν απαγόρευε τέτοιες επισκέψεις. Αντίθετα, επαναλάμβανε συνεχώς ότι στην Αλίνα έπρεπε να βοηθούν, επειδή είναι η μικρότερη αδελφή και τα βγάζει πέρα δύσκολα στη ζωή της.
Και τώρα πολύ περισσότερο.
Η Αλίνα περίμενε παιδί από έναν άντρα που, μετά την είδηση για την επερχόμενη πατρότητα, εξαφανίστηκε αρκετά γρήγορα από τη ζωή της. Ως αποτέλεσμα, η κουνιάδα έμεινε μόνη σε ένα ενοικιαζόμενο διανόριο ενός δωματίου, με συσσωρευμένα χρέη και ένα παιδί που επρόκειτο να γεννηθεί σε λίγους μήνες.
Και ο Μαξίμ, όπως φαινόταν, είχε βρει ήδη λύση.
Μόνο που τη γυναίκα του δεν θεώρησε σωστό να την ενημερώσει για τα σχέδιά του.
– Ωραία τα σκεφτήκατε όλα – παρατήρησε χαμηλόφωνα η Ελένη, σπρώχνοντας με το πόδι ένα άδειο κουτί. – Και πότε ακριβώς πάρνατε αυτή την απόφαση με τον Μαξίμ;
– Το Σαββατοκύριακο – η Αλίνα κούνησε αδιάφορα τους ώμους, σαν να επρόκειτο για το ποιο ψωμί να αγοράσουν για το δείπνο. – Τηλεφώνησε, παραπονιόταν για σένα. Είπε ότι την έχεις τρελάνει με τους υπολογισμούς σου. Πάλι της τρως το μυαλό για κάποια λεφτά.
Ανέστεναξε.
– Και εγώ σκέφτομαι πού να βάλω τα πράγματα. Ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος αύξησε πάλι το ενοίκιο. Να λοιπόν που όλα τακτοποιήθηκαν μια χαρά. Εσείς θα μου δώσετε ένα δωμάτιο, κι εγώ σε εσάς – το μωρό, χαρά στο σπίτι. Εξάλλου ανιψιός του Μαξίμ, δικός μας άνθρωπος.
– Και πώς πρέπει να φαίνεται αυτό; – ρώτησε ήρεμα η Ελένη, αρχίζοντας να βάζει βιβλία στο επόμενο κουτί. – Φεύγω το πρωί, γυρίζω το βράδυ και βρίσκομαι σε κοινόβιο όπου κλαίει μέρα νύχτα ένα ξένο παιδί;
Η Αλίνα σήκωσε αγανακτημένη το κεφάλι.
– Από πότε είναι ξένο;!
Χτύπησε μάλιστα το ακριβό της μποτάκι στο πάτωμα.
– Είναι δικό μας αίμα! Ο Μαξίμ του είναι θείος. Εσύ… η γυναίκα του θείου. Σχεδόν συγγενής κι εσύ. Σχεδόν σαν δεύτερη μητέρα.
Η Ελένη γύρισε αργά το κεφάλι της.
Αλλά η Αλίνα είχε ήδη μπει στο πνεύμα.
– Άλλωστε σου κάνει καλό να συνηθίσεις το παιδικό κλάμα. Πέντε χρόνια παντρεμένοι και ζείτε οι δυο σας σαν κάποιοι μοναχικοί. Τρία δωμάτια, χώρος άφθονος, και σε τι σας χρειάζονται; Κάθονται άδεια χωρίς λόγο!
– Δεν κάθονται άδεια – είπε η Ελένη και έβαλε προσεκτικά ένα χοντρό λεξικό στον πάτο του κουτιού. – Εδώ ζούμε εμείς.
Σιώπησε για ένα δευτερόλεπτο.
– Ζούσαμε.
Η τελευταία λέξη ακούστηκε πολύ χαμηλά.
Η Αλίνα ούτε που την πρόσεξε.
Κοιτούσε ήδη γύρω της σαν το δωμάτιο να της ανήκε πράγματι.
– Αυτόν τον καναπέ θα τον πετούσα εντελώς – δήλωσε και έδειξε με το χέρι έναν μεγάλο δερμάτινο καναπέ που η Ελένη είχε αγοράσει κάποτε με το πρώτο της σοβαρό πριμ. – Φρικτός. Βαρύς, σκοτεινός. Εδώ είναι καλύτερα να μπει μια κούνια.
Η Ελένη συνέχιζε να τακτοποιεί τα βιβλία.
– Ακόμα και το παράθυρο πρέπει να αλλαχθεί – συλλογιζόταν η Αλίνα. – Μου φαίνεται ότι μπάζει κρύο από εκεί. Πες του Μαξίμ να βρει κανονικούς τεχνίτες. Αλλιώς αυτός πάντα καθυστερεί μέχρι τελευταία στιγμή, μέχρι να τον σπρώξεις.
– Να βρει οπωσδήποτε – συμφώνησε ήρεμα η Ελένη. – Να του το πεις εσύ η ίδια.
– Θα του το πω.
Η Αλίνα την κοίταξε πιο προσεκτικά.
Μετά έγειρε ελαφρώς μπροστά και χαμήλωσε τη φωνή της.
– Και κάτι άλλο, Λέν.
Τώρα ο τόνος της έγινε πιο μαλακός, σχεδόν τρυφερός, αλλά πίσω από αυτή τη μαλακότητα γινόταν εξαιρετικά αισθητή η βεβαιότητα ενός ανθρώπου που έχει ήδη κατανείμει τις υποχρεώσεις των άλλων.
– Εφόσον θα ζούμε όλοι μαζί, θα πρέπει να οργανώσουμε αλλιώς τον προϋπολογισμό. Ο Μαξίμ έλεγε ότι βγάζεις αρκετά καλά χρήματα. Ενώ τα δικά μου επιδόματα είναι εντελώς αστεία. Ούτε για πάνες δεν φτάνουν καλά-καλά.
Άνοιξε τα χέρια της.
– Θα αναγκαστούμε να συνεισφέρουμε όλοι. Οικογένεια είμαστε άλλωστε.
Η Ελένη μάζεψε από το τραπέζι διαφημιστικά φυλλάδια, παλιούς λογαριασμούς και κάποιες αποδείξεις, τα έκανε μπάλα και τα έριξε σε μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών.
Παράξενο, αλλά δεν ένιωθε θυμό.
Καθόλου.
Αντίθετα, εμφανίστηκε μια εκπληκτική αίσθηση ανακούφισης.
Σαν μια βαριά πέτρα που κουβαλούσε χρόνια μέσα της, να έπαψε επιτέλους να πιέζει.
Πέντε χρόνια τραβούσε την κοινή τους καθημερινότητα.
Έκλεινε τα χρέη του συζύγου της.
Παρακολούθησε τους λογαριασμούς.
Ανέχτηκε τις ατέλειωτες επισκέψεις των συγγενών του, οι οποίοι έρχονταν χωρίς προειδοποίηση και συμπεριφέρονταν σαν να τους επιτρέπονταν τα πάντα εδώ.
Πέντε χρόνια άκουγε από την πεθερά της ότι δεν φρόντιζε αρκετά καλά τον Μαξίμ.
Και τώρα η αδελφή του δήλωνε απολύτως σοβαρά ότι η Ελένη όφειλε να πληρώνει και τα έξοδα για το παιδί της.
– Να συνεισφέρω στις πάνες για το μωρό σου; – διευκρίνισε η Ελένη, χωρίς ακόμα να γυρίσει. – Σε κατάλαβα σωστά;
– Και τι έγινε; – η Αλίνα φύσηξε με περιφρόνηση. – Δικά σου παιδιά δεν έχεις ούτε έτσι ούτε αλλιώς.
Έγνευσε προς την κατεύθυνση της Ελένης.
– Τα χρήματα τα ξοδεύεις δεν ξέρω πού. Να, πρόσφατα αγόρασες καινούργιες μπότες. Σε τι σου χρειάζονται άλλωστε; Εσύ πηγαίνεις σχεδόν πάντα με το αυτοκίνητο.
Η Ελένη την κοίταξε επιτέλους.
– Ενώ εγώ πρέπει να αγοράσω καρότσι – συνέχισε η κουνιάδα. – Φαντάζεσαι πόσο κοστίζουν τώρα; Είναι εντελώς τρέλα κάποια πράγματα.
– Δεν το φαντάζομαι – απάντησε η Ελένη. – Και για να είμαι ειλικρινής, δεν θέλω ούτε να το φαντάζομαι.
Η Αλίνα φούσκωσε τα χείλη της προσβεβλημένη.
– Εγωίστρια είσαι, Λένκα.
Η Ελένη κόλλησε σιωπηλή το κουτί.
– Ο Μαξίμ έχει δίκιο – συνέχισε η Αλίνα.
– Ζεις μόνο για τον εαυτό σου. Κανένα συναίσθημα για τους συγγενείς. Αν δεν ήταν ο αδελφός μου, γενικά θα καθόσουν εδώ μόνη σου και θα αγριευόσουν σταδιακά.
Εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνο που ακουμπούσε στην άκρη του τραπεζιού δονήθηκε.
Στην οθόνη εμφανίστηκε η φωτογραφία του Μαξίμ.
Η Αλίνα έλαμψε αμέσως. Έριξε ένα νικηφόρο βλέμμα στην Ελένη και ενεργοποίησε το ανοιχτό ακουστικό.
– Ναι, Μαξίμκα! – τραγούδησε χαρούμενα. – Είμαι ήδη στο σπίτι σας!
Από το ηχείο ακούστηκε η χαλαρή φωνή του Μαξίμ.
– Γεια σου, μικρή. Η Λένα είναι σπίτι;
– Να την. Εδώ. Μαζεύει τα πράγματα, όπως είπες. Μας ελευθερώνει το δωμάτιο για το παιδικό.
– Επιτέλους – χιχιχισε ικανοποιημένος ο Μαξίμ. – Γιατί νόμιζα ήδη ότι θα κάνει καυγά.
Η Αλίνα χαμογέλασε ευχαριστημένη.
– Άκουσε, Αλίν, πες της ακόμα να καθαρίσει μερικά ράφια στην αποθήκη – συνέχισε ο Μαξίμ. – Μετά θα χρειαστεί να βάλουμε κάπου το καρότσι, θα εμφανιστούν κάτι έλκηθρα. Εκεί έχω τα αγκίστρια μου, δεν έχω πού να τα βάλω. Ας πετάξει τα άχρηστα βαζάκια και κουτιά της.
Η Ελένη πλησίασε αργά το τραπέζι.
Ακούμπησε τις παλάμες της στην επιφάνεια του τραπεζιού και κοίταξε τη φωτεινή οθόνη.
– Τα ακούω όλα πεντακάθαρα, Μαξίμ – είπε ήρεμα.
Για μερικά δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή στο τηλέφωνο.
– Ω, Λενίτσα! – άλλαξε τόνο αμέσως ο σύζυγος.
Στη φωνή του εμφανίστηκε η συνήθης επιείκεια.
– Άκουσε, αφού τα συζητήσαμε άλλωστε όλα. Στην Αλίνα χρειάζεται πραγματικά βοήθεια τώρα. Εσύ μόνο κοίτα να μην κάνεις τις γνωστές σου υστερίες. Θα έρθω το βράδυ, θα παραγγείλουμε πίτσα, θα καθίσουμε, θα γιορτάσουμε την επέκταση του χώρου διαβίωσης.
Η Ελένη χαμογέλασε σαρκικά.
– Και την πίτσα με τι σκοπεύεις να την παραγγείλεις;
– Δηλαδή;
– Κυριολεκτικά. Η προκαταβολή σου είναι μόνο την Παρασκευή. Στην κάρτα, μετά τις τελευταίες σου συγκεντρώσεις με φίλους, δεν έχουν μείνει σχεδόν καθόλου χρήματα.
Ο Μαξίμ θύμωσε στιγμιαία.
– Να τος, άρχισε πάλι!
Η Αλίνα γύρισε τα μάτια της πάνω, δείχνοντας με όλη της τη στάση ότι ο αδελφός είχε απολύτως δίκιο για τον χαρακτήρα της γυναίκας του.
– Πάλι αυτοί οι υπολογισμοί! – συνέχισε ο Μαξίμ. – Προσπαθώ για την οικογένεια! Βοηθάω την αδελφή μου! Κι εσύ αρχίζεις πάλι να μου πετάς λεφτά στη μούρη. Μα με έχεις τρελάνει πια με τις αναφορές σου!
– Κατάλαβα.
– Είμαι άντρας σε αυτό το σπίτι ή ποιος είμαι;!
Η Ελένη γέλασε σιγά.
– Να λοιπόν που και εγώ όλο και πιο συχνά το σκέφτομαι αυτό τελευταία. Ποιος;
– Τι;!;
– Ο άντρας συνήθως λύνει μόνος του τα προβλήματα της αδελφής του, Μαξίμ. Για παράδειγμα, της πληρώνει ξεχωριστή κατοικία. Ή την προσκαλεί να ζήσει μαζί του.
– Μα και τη καλώ! – ούρλιαξε. – Κι αυτό είναι το σπίτι μου! Είμαστε παντρεμένοι πέντε χρόνια! Όλα είναι κοινά!
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια της για ένα δευτερόλεπτο.
Και μετά ισιώθηκε αργά.
– Τα λόγια σου να γίνουν πράξη στον Θεό.
Η Αλίνα την κοίταξε με έκπληξη.
Η Ελένη κοίταξε ήρεμα το τηλέφωνο.
– Έλα οπωσδήποτε το βράδυ, Μαξίμ. Πολύ εγκαίρως μάλιστα. Ακριβώς για να βοηθήσεις την Αλίνα.
Στην άλλη άκρη υπήρξε μια σύντομη παύση.
– Δηλαδή να βοηθήσω; Σε τι;
Ο Μαξίμ ανησυχούσε φανερά.
Η Ελένη κοίταξε τα κουτιά που στέκονταν κατά μήκος του τοίχου.
Μετά την Αλίνα.
– Θα έρθεις – θα δεις.
Έγνευσε προς το τηλέφωνο.
– Αλίνα, κλείσε πια. Με έ πιασε ποκέφαλος από τη συζήτησή σας.
Η Αλίνα τερμάτισε γρήγορα την κλήση, επειδή ένιωσε ότι η συζήτηση εξελισσόταν τελείως διαφορετικά από ό,τι υπολόγιζε. Κατά την αντίληψή της, ο Μαξίμ έπρεπε να βάλει αυστηρά στη θέση του τη γυναίκα του, να την αναγκάσει να σταματήσει να διαπληκτίζεται και να αποδεχθεί την ήδη ειλημμένη απόφαση. Αλλά η Ελένη δεν φαινόταν καθόλου ούτε συντετριμμένη, ούτε τρομαγμένη, ούτε καν εκνευρισμένη.
Αντίθετα.
Ήταν υπερβολικά ήρεμη.
Και αυτή ακριβώς η ηρεμία άρχισε να νευριάζει την Αλίνα περισσότερο από οποιονδήποτε καυγά.
– Να που τα βλέπεις – η κουνιάδα βιάστηκε να ξαναπάρει τον έλεγχο της συζήτησης. – Ο Μαξίμ τα αποφάσισε όλα. Αυτός είναι το αφεντικό εδώ, όπως είπε, έτσι θα γίνει. Γι’ αυτό τελείωνε πια με αυτά τα κουτιά, μην το τραβάς.
– Εγώ ακριβώς δεν το τραβάω – απάντησε ήρεμα η Ελένη και κοίταξε το ρολόι της. – Σε δύο ώρες θα φτάσουν οι μεταφορείς.
Η Αλίνα ανοιγόκλεισε τα μάτια της έκπληκτη.
– Τι μεταφορείς πάλι; Αποφάσισες να βγάλεις έξω τα παλιά έξιπλα έπιπλα;
Κοίταξε γύρω της το σαλόνι και αμέσως ζωντάνεψε.
– Και πολύ καλά έκανες. Σου έλεγα από καιρό, αυτός ο μπουφές είναι εντελώς περιττός εδώ. Ήταν καιρός να πεταχτεί από καιρό.
Η Ελένη χαμογέλασε ελάχιστα αισθητά.
– Όχι, Αλίνα. Οι μεταφορείς δεν θα έρθουν για τα έπιπλα.
– Αλλά για τι τότε;
– Για τα πράγματά μου.
Η κουνιάδα συνοφρυώθηκε.
– Δηλαδή;
– Κυριολεκτικά.
Η Ελένη έκανε παύση.
– Και εσύ καλύτερα πήγαινε στην κουζίνα. Εκεί στο τραπέζι υπάρχει ένα έγγραφο. Κάτω από τον μαγνήτη. Διάβασέ το.
Η Αλίνα κοίταξε ύποπτα τη νύφη της.
– Τι άλλο έγγραφο;
– Πήγαινε και θα δεις.
Η περιέργεια αποδείχθηκε ισχυρότερη από την επιφυλακτικότητα.
Η Αλίνα σηκώθηκε από τον καναπέ, κρατώντας τη μέση της με το χέρι, και κατευθύνθηκε χαλαρά προς την κουζίνα. Η Ελένη δεν πήγε μαζί της. Έμεινε κοντά στα κουτιά και απλώς άκουγε.
Βήματα στο διάδρομο.
Μετά ακούστηκε το τσίριγμα της πόρτας του ψυγείου.
Χαρτί ακούστηκε να θροΐζει.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε απόλυτη σιωπή.
Και έπειτα από την κουζίνα ακούστηκε μια εντελώς διαφορετική φωνή της Αλίνας – μπερδεμένη και αισθητά ξεθωριασμένη:
– Λένα;
Η Ελένη σήκωσε αργά το κεφάλι.
– Τι;
– Τι είναι πάλι αυτό;
Μπήκε στην κουζίνα.
Η Αλίνα στεκόταν κοντά στο τραπέζι, κρατώντας στα χέρια της ένα εκτυπωμένο έγγραφο. Τα περιποιημένα δάχτυλά της με το τέλειο μανικιούρ έτρεμαν εμφανώς.
– Τι συμβόλαιο αγοραπωλησίας πάλι; – ξεφώνισε. – Και ποιος είναι αυτός ο Βαλέρι Στεπάνοβιτς;
Η Ελένη κάθισε ήρεμα στην καρέκλα.
– Ο νέος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος.
– Τι;
– Ο νέος ιδιοκτήτης.
Η Ελένη μιλούσε σχεδόν καθημερινά.
– Ένας πολύ ευγενικός άντρας, παρεμπιπτόντως. Οικογενειάρχης. Έχει τρία παιδιά. Θα έχουν άπλετο χώρο εδώ. Την Παρασκευή παίρνουν ήδη τα κλειδιά.
Η Αλίνα μετέφερε το βλέμμα της από το χαρτί στην Ελένη αρκετές φορές.
Από το πρόσωπό της εξαφανίστηκε κάθε προηγούμενη αλαζονεία.
– Περίμενε… Πώς δηλαδή νέος ιδιοκτήτης;
Γλίστρησε μπροστά.
– Πωλήσατε το διαμέρισμα;
– Το πούλησα.
– Και ο Μαξίμ το ξέρει;!
– Τώρα, πιθανότατα, θα το μάθει.
– Και πού θα μένει τότε;
Η Αλίνα σώπασε για ένα δευτερόλεπτο και πρόσθεσε αμέσως:
– Και εγώ;!
Η Ελένη την κοίταξε με εντελώς ήρεμη έκφραση προσώπου.
– Το πού θα μένει ο Μαξίμ αφορά πλέον μόνο τον ίδιο του τον εαυτό.
Έκτεινε ελαφρώς τους ώμους της.
– Ενδεχομένως και εσένα επίσης. Οικογένεια είστε άλλωστε. Οι δικοί άνθρωποι πρέπει να στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Νομίζω ότι ο αληθινός αρχηγός της οικογένειας θα βρει γρήγορα λύση.
Η Αλίνα κοκκίνισε.
– Δεν είχες κανένα απολύτως δικαίωμα!
Έσφιξε το χαρτί τόσο δυνατά που το χαρτί τσαλακώθηκε στα δάχτυλά της.
– Αφού είναι κοινή περιουσία! Είστε παντρεμένοι! Ο Μαξίμ θα πάρει τα μισά μέσω δικαστηρίου!
Η Ελένη κούνησε το κεφάλι της.
– Δεν θα πάρει τίποτα.
– Γιατί αυτό;
– Επειδή το διαμέρισμα είναι δικό μου.
– Είστε παντρεμένοι πέντε χρόνια!
– Και το διαμέρισμα εμφανίστηκε σε μένα νωρίτερα.
Η Ελένη έγειρε ελαφρώς το κεφάλι.
– Το πήρα από τον πατέρα μου τρία χρόνια πριν από τον γάμο μας. Οπότε αυτή η ακίνητη περιουσία δεν έχει καμία σχέση με τον Μαξίμ.
Η Αλίνα πάγωσε.
– Μα…
– Και άλλη μια μικρή λεπτομέρεια, την οποία ο αδελφός σου φαίνεται ότι αποφάσισε να σου κρύψει.
Η Ελένη την κοίταξε κατάματα.
– Κατέθεσα αίτηση διαζυγίου πριν από δύο μήνες.
Η Αλίνα άνοιξε το στόμα της.
Για λίγα δευτερόλεπτα απλώς σιωπούσε.
– Τι;
– Αυτό ακριβώς.
– Εσείς… παίρνετε διαζύγιο;
– Ναι.
– Και ο Μαξίμ δεν μου είπε τίποτα.
– Δεν εκπλήσσομαι.
Η Ελένη σηκώθηκε.
– Νομίζω ότι σκόπευε να με μορφώσει. Παρουσίαζε έναν δυνατό γάμο, έκανε πως όλα είναι υπό έλεγχο. Και αποφάσισε να σε χρησιμοποιήσει ως επιπλέον μέσο πίεσης. Να σε βάλει να μείνεις εδώ, να με αναγκάσει να αντέξω, και μετά να περιμένει ότι θα φοβηθώ και θα αρχίσω να ζητώ συγγνώμη.
Η Αλίνα δεν μπορούσε ακόμα να συνέλθει.
Όλα της τα σχέδια – δωμάτιο με παιδική κούνια, ανοιχτόχρωμες ταπετσαρίες, νέο κουρτινόξυλο, δωρεάν στέγαση και μελλοντική βοήθεια με το παιδί – κατέρρευσαν κυρίως μέσα σε ένα λεπτό.
– Μα πώς όμως… – ψιθύρισε τελικά. – Αφού θα γεννήσω σύντομα.
Η Ελένη δεν απάντησε τίποτα.
– Ο ιδιοκτήτης με διώχνει από το διαμέρισμα – συνέχισε η Αλίνα με εντελώς διαφορετικό τόνο. – Νόμιζα… ότι θα είμαστε εδώ…
– Ακριβώς αυτό.
Η Ελένη την κοίταξε.
– Νόμιζες.
Τόνισε την τελευταία λέξη.
– Νόμιζες για μένα. Αποφάσιζες για μένα. Κατανέμεις τα δωμάτιά μου, τα χρήματά μου και τον χρόνο μου.
Η Ελένη σήκωσε το χέρι της, σταματώντας την προσπάθεια της Αλίνας να φέρει αντίρρηση.
– Και εγώ αποφάσισα επιτέλους να σκεφτώ τον εαυτό μου.
Έγνευσε προς το έγγραφο.
– Το διαμέρισμα πουλήθηκε. Τα χρήματα είναι ήδη στον λογαριασμό μου. Σε δύο ώρες θα φτάσουν οι μεταφορείς.
Η Αλίνα έβαλε απότομα το χέρι στην τσέπη της ζακέτας της και έβγαλε το τηλέφωνο.
– Θα τηλεφωνήσω τώρα στον Μαξίμ!
Άρχισε να πατάει νευρικά την οθόνη.
– Αυτός θα σου τακτοποιήσει! Θα δεις! Θα έρθει τώρα και…
– Ας έρθει – διέκοψε ήρεμα η Ελένη.
Κατευθυνόταν ήδη πίσω προς το σαλόνι.
– Μόνο προειδοποίησέ τον να πάρει μαζί του κάτι για τα πράγματά του.
Η Αλίνα την κοίταξε με απορία καθώς απομακρυνόταν.
– Τι πράγματα πάλι;
– Τα δικά του.
Η Ελένη σταμάτησε στην πόρτα.
– Τα καλάμια ψαρέματος και τα χειμερινά λάστιχα βρίσκονται στον διάδρομο. Όλα τα υπόλοιπα ας τα μαζέψει μόνος του. Δεν παρήγγειλα μεταφορείς για αυτό.
Η Αλίνα ξέσπασε επιτέλους.
– Εσείς είσαστε άθλια!
Η φωνή της έτρεμε από θυμό και πικρία.
– Αφήνεις τον άντρα σου στον δρόμο!
Η Ελένη γύρισε αργά.
– Τον δικό μου άντρα;
Χαμογέλασε χωρίς καμία διάθεση για αστεία.
– Ξέρεις, Αλίνα, άντρας είναι όταν δύο άνθρωποι τραβούν μαζί μια ζωή. Λύνουν μαζί τα προβλήματα, κερδίζουν μαζί, απαντούν μαζί για τις συνέπειες.
Σιώπησε ελαφρώς.
– Και όταν ο ένας δουλεύει και κλείνει τα χρέη, ενώ ο άλλος εγκαθistά τους συγγενείς του στον σβέρκο του, αυτές είναι πια εντελώς άλλες σχέσεις.
Η Αλίνα χλωμιάσε.
– Χαιρέτησε τον Μαξίμ.
Η Ελένη επέστρεψε στα κουτιά.
– Και όταν φύγεις, άφησε το κλειδί στο κομοδίνο.
Έναν μήνα αργότερα, η Ελένη καθόταν το πρωί στο μικρό μπαλκόνι του νέου της διαμερίσματος και έπινε καφέ.
Η κατοικία ήταν σημαντικά πιο μετρημένη από το παλιό διαμέρισμα των τριών δωματίων. Δεν υπήρχε εδώ τεράστιο σαλόνι, βαρύς δερμάτινος καναπές, μακρύς διάδρομος και δωμάτιο στο οποίο η Αλίνα είχε ήδη προλάβει να βάλει στο μάτι.
Αντίθετα, εδώ υπήρχε ησυχία.
Κανείς δεν ερχόταν χωρίς προειδοποίηση.
Κανείς δεν αποφάσιζε τι ταπετσαρίες χρειαζόταν να κολλήσουν στα δωμάτιά της.
Κανείς δεν υπολόγιζε πόσα ξόδεψε για παπούτσια.
Κανείς δεν της ανακοίνωνε ποιον ήταν υποχρεωμένη να συντηρεί μόνο και μόνο επειδή αυτός ο άνθρωπος είναι συγγενής του συζύγου.
Η Ελένη τακτοποίησε το διαμέρισμα απλά, αλλά ζεστά. Αγόρασε έναν μικρό καναπέ, έβαλε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο, κρέμασε ανοιχτόχρωμες κουρτίνες στην κουζίνα. Κάποια κουτιά έμεναν ακόμα αξεπακέταστα, αλλά δεν είχε καμία βιασύνη για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό.
Από κοινούς γνωστούς η Ελένη έμαθε ότι ο Μαξίμ έμενε αρχικά για λίγες μέρες σε φίλο του και μετά μετακόμισε στη μητέρα του.
Η ενοικίαση ξεχωριστής κατοικίας αποδείχθηκε σημαντικά πιο ακριβή από ό,τι είχε συνηθίσει να ισχυρίζεται.
Ειδικά όταν έπρεπε να πληρώνει από την τσέπη του.
Η Αλίνα έμεινε τελικά στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα ενός δωματίου της. Τσακωνόταν συνεχώς με τον ιδιοκτήτη, παραπονιόταν στους συγγενείς για αδικία και απαιτούσε από τον Μαξίμ να τη βοηθήσει να αγοράσει καρότσι και να πληρώνει μέρος των εξόδων μετά τη γέννηση του παιδιού.
Τώρα ο αδελφός έπρεπε να ξεκαθαρίσει μόνος του τις υποχρεώσεις που πριν σκόπευε να φορτώσει τόσο εύκολα στη γυναίκα του.
Η Ελένη δεν σκεφτόταν σχεδόν καθόλου για αυτό.
Η ίδια η ζωή τα έβαλε όλα στη θέση τους.
Έκανε άλλη μια γουλιά καφέ, κοίταξε τον πρωινό ουρανό και θυμήθηκε ξαφνικά εκείνες τις μπεζ ταπετσαρίες με τα αρκouδάκια που η Αλίνα ετοιμαζόταν με τόση σιγουριά να επιλέξει για το μελλοντικό παιδικό δωμάτιο.
Η Ελένη χαμογέλασε.
Τις μπεζ ταπετσαρίες τις μισούσε πάντα.







