Μια μέρα δεν του το θύμισα…
– Άννα, πότε έχουμε αεροπλάνο; – ο Παύλος

στάθηκε μέσ’ στο χολ με το τσαντάκι στο χέρι
και με κοίταξε έτσι, σαν το πρόγραμμα των
πτήσεων να ήταν γραμμένο κάπου μέσα μου και μόνο εγώ να μπορούσα να το βγάλω από εκεί.
Φυσικά, το ήξερα.
Πάντα τα θυμόμουν όλα – και για τον εαυτό μου, και γι’ αυτόν.
– Μεθαύριο, – απάντησα.
– Α-α, ωραία, – το πρόσωπο του συζύγου μου φωτίστηκε αμέσως.
– Και γιατί νόμιζα ότι ήταν αύριο.
Ο Παύλος ασχολούνταν όλη του τη ζωή με τη φωτογραφία.
Ήταν καλός μάστορας, γνωστός στον χώρο του.
Κάποτε τραβούσε φωτογραφίες για την εφημερίδα του εργοστασίου, και με τα χρόνια του άρεσαν τα παλιά φωτογραφικά μηχανήματα: μάζευε μηχανές, φακούς, τους ξεβίδωνε, τους καθάριζε, ρύθμιζε κάτι με τις ώρες στο μπαλκόνι.
Τα χέρια του πράγματι ήταν χρυσά, το μάτι του – ακριβές, επαγγελματικό.
Μπορούσε με την πρώτη ματιά να προσδιορίσει τη σωστή ταχύτητα κλείστρου, να δει μια καλή γωνία εκεί που κάποιος άλλος δεν θα παρατηρούσε τίποτα το ιδιαίτερο.
Αλλά οι ημερομηνίες της καθημερινότητας στο κεφάλι του για κάποιο λόγο δεν έμεναν καθόλου.
Πότε είναι κλεισμένος ο οδοντίατρος;
Πότε πρέπει να πληρωθούν το νερό, το ρεύμα και το αέριο;
Ποια μέρα έρχονται οι συγγενείς;
Πότε έχει γενέθλια ο αδερφός;
Για όλα αυτά υπήρχα εγώ.
Στην κουζίνα πάνω από το τραπέζι του φαγητού κρεμόταν ένας μεγάλος πίνακας από φελλό.
Σε αυτόν καρφίτσωνα σημειώματα.
Ο γραφικός χαρακτήρας δικός μου, οι δουλειές ως επί το πλείστον του Παύλου: ποιον να πάρει τηλέφωνο, τι να παραλάβει, πού να πάει, τι να μην ξεχάσει να αγοράσει.
Κάθε πρωί, όσο έβραζε ο καφές, έλεγχα αυτή τη λίστα, διέγραφα όσα είχαν γίνει και πρόσθετα καινούργια.
Μια μέρα, γράφοντας με το στυλό την επόμενη γραμμή: «Στον Παύλο – να πάρει τον φακό», σταμάτησα ξαφνικά.
Και σκέφτηκα απροσδόκητα: γιατί ασχολούμαι καθόλου με αυτό εγώ;
Η σκέψη φάνηκε κάπως λάθος, σχεδόν εγωιστική.
Έκανα μια χειρονομία απογοήτευσης και συνέχισα να γράφω.
Και κιόλας την επόμενη μέρα το βράδυ ο Παύλος εμφανίστηκε στην κουζίνα με δυσαρεστημένο ύφος.
– Άννα! – φώναξε με τέτοιο τόνο, σαν να είχα διαπράξει σοβαρό παράπτωμα.
– Γιατί δεν μου είπες ότι σήμερα έχει γενέθλια ο Μαξίμ;
Ο Μαξίμ ήταν ξάδερφός του.
Έμενε μόλις δύο δρόμους πιο πέρα από εμάς, και έκαναν παρέα σχεδόν από το νηπιαγωγείο.
Εγώ ειλικρινά δεν καταλάβαινα πώς γίνεται να ξεχνάς τα γενέθλια ενός ανθρώπου που γνωρίζεις σε όλη σου τη ζωή.
Αλλά ακόμη και γι’ αυτή την περίπτωση είχα προνοήσει να καρφιτσώσω μια υπενθύμιση στον πίνακα.
Μόνο που ο Παύλος δεν κοίταξε εκεί, φυσικά.
– Τα πάντα είναι γραμμένα εκεί, – είπα ψύχραιμα, συνεχίζοντας να ασχολούμαι με το βραδινό.
Ο Παύλος αναστέναξε βαριά.
Μετά ξανά.
Και πάλι.
Άρχιζε πάντα έτσι να αναστέναξε βαριά, όταν καταλάβαινε πολύ καλά ότι έφταιγε ο ίδιος, αλλά να το παραδεχτεί δεν ήθελε κατηγορηματικά.
– Ε, θα μπορούσες να μου το θυμίσεις το πρωί, – μουρμούρισε δυσαρεστημένος.
– Θα είχα πεταχτεί στον Μαξίμ, να του ευχηθώ κανονικά.
– Και τώρα βγαίνει άβολα.
– Παύλο, σου το έγραψα, – επανέλαβα.
– Το χαρτάκι κρέμεται στον πίνακα.
Έριξε μια γρήγορη ματιά εκεί.
– Μα ποιος το κοιτάζει αυτό γενικά;
Ακριβώς αυτή τη φράση – «ποιος το κοιτάζει αυτό γενικά» – τη θυμήθηκα αργότερα πολλές φορές.
Βγήκε αστείο.
Ο πίνακας προοριζόταν για τον Παύλο.
Η λίστα συντασσόταν για τον Παύλο.
Όλες οι σημειώσεις αφορούσαν κυρίως τον Παύλο.
Αλλά δεν έφτανε μόνο να τα γράψω όλα αυτά.
Έπρεπε ακόμα να προσέξω ώστε να τα διαβάσει, και το καλύτερο να του τα απαριθμήσω εγώ η ίδια δυνατά το πρωί τις δουλειές του.
Αλλιώς ποιο το νόημα;
Βέβαια, εκείνη την ημέρα δεν συνέβη τίποτα τρομερό.
Ο Μαξίμ σίγουρα δεν θα παρεξηγηθεί.
Θα τον πάρει τηλέφωνο ο Παύλος το βράδυ, θα του ευχηθεί, και όλα θα ξεχαστούν.
Έβγαλα το χαρτάκι από τον πίνακα και το έδωσα στον σύζυγό μου.
– Να το διαβάζεις κάθε πρωί, – είπα ξεκάθαρα.
– Εγώ αυτό το φτιάχνω για σένα.
Το πήρε, το γύρισε στα χέρια του, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά, μουρμούρισε και το πέταξε στο κομοδίνο.
Μέχρι το βράδυ η λίστα βρέθηκε πάλι στον πίνακα από φελλό.
Φυσικά, την κρέμασα πίσω εγώ.
Και πώς αλλιώς;
Την ίδια μέρα το βράδυ πέρασε η γειτόνισσα.
Είδε τον πίνακα, διάβασε μερικές γραμμές και γέλασε:
– Μα εσείς είστε ο οικογενειακός调度της (οργανωτής)!
– Πώς τα χωράς όλα αυτά στο κεφάλι σου;
– Μα κάποιος πρέπει, – απάντησα με ένα χαμόγελο.
Η γειτόνισσα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
Μια εβδομάδα αργότερα πήγαμε στο εξοχικό παλιών φίλων του Παύλου.
Μαζεύτηκε η παλιά του παρέα – φωτογράφοι, τυπογράφοι, καλλιτέχνες.
Όλοι μιλούσαν δυνατά, διαφωνούσαν πρόθυμα και γεγονότα πριν από σαράντα χρόνια τα θυμόντουσαν για κάποιο λόγο καλύτερα από όσα γίνονταν χθες.
Κατά τη διάρκεια του τσαγιού ο ιδιοκτήτης του εξοχικού, ο Γκένα, σκέφτηκε ποια ακριβώς χρονιά ο πρώην διευθυντής τους πήγε τελικά στη σύνταξη.
– Φαίνεται, στο ενενήντα… – άρχισε και κόλλησε.
Ο Παύλος επίσης μάζεψε το μέτωπό του.
Μετά γύρισε συνήθως σε μένα:
– Άννα, δεν θυμάσαι πότε έγινε αυτό;
Είπα τη χρονολογία.
Οι άντρες κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους ομοφώνως.
– Ακριβώς!
– Τι μνήμη!
– Η Άννα τα θυμάται όλα!
Ο Παύλος έσωσε λίγο τους ώμους του, σαν η καλή μνήμη της γυναίκας να ήταν κατά κάποιον τρόπο δικό του προσωπικό επίτευγμα.
Μετά από λίγο η Λούσια, η γυναίκα του Γκένα, θυμήθηκε ότι ο Παύλος είχε υποσχεθεί εδώ και καιρό να φέρει φωτογραφίες από την αποφοίτηση της εγγονής τους.
– Παύλο, εσύ είχες υποσχεθεί φωτογραφίες.
– Σου το ζήτησα ήδη πολλές φορές.
– Τώρα θα τις φέρω, – είπε ζωηρά ο σύζυγος και πήγε προς το αυτοκίνητο.
Μετά από κανένα πεντάλεπτο επέστρεψε με άδεια χέρια.
– Να τώρα… Ξέχασα, – παραδέχτηκε.
Και αμέσως με κοίταξε.
– Εσύ πού κοιτούσες;
– Είσαι εσύ ο οργανωτής μας.
– Η μνήμη μου δεν είναι πια η ίδια, το ξέρεις πολύ καλά.
– Θα μπορούσਾμε να μου το θυμίσεις πιο μπροστά, ε;
Η Λούσια κούνησε γρήγορα το χέρι της:
– Έλα μωρέ, δεν πειράζει!
– Την επόμενη φορά θα τις φέρεις.
Και σε μένα άναψαν τα μάγουλα.
Ξέχασε αυτός.
Υποσχέθηκε αυτός.
Τις φωτογραφίες έπρεπε να τις φέρει αυτός.
Και ένοχη για κάποιο λόγο αποδείχτηκα πάλι εγώ.
Ωραία τα βόλεψε.
Αργότερα οι άντρες βγήκαν έξω να μιλήσουν και να καπνίσουν, και εμείς με τη Λούσια αρχίσαμε να μαζεύουμε τα πιάτα.
Και τότε εκείνη ρώτησε απροσδόκητα:
– Άννα, δεν λυπάσαι καθόλου τον εαυτό σου;
Σταμάτησα με τα πιάτα στα χέρια.
– Με ποια έννοια;
– Μα εσύ δεν ζεις απλώς γι’ αυτόν.
– Εσύ θυμάσαι και γι’ αυτόν.
– Όλες τις δουλειές του, ημερομηνίες, υποσχέσεις.
– Και αν σου συμβεί κάτι εσένα, ο Παύλος απλώς θα χαθεί.
– Θα καταστραφεί κυριολεκτικά.
Σιωπούσα τακτοποιώντας τα φλιτζάνια.
«Θα καταστραφεί».
Κρίνοντας από όλα, ακριβώς έτσι θα γινόταν.
Και τότε για πρώτη φορά η σκέψη, που παλιά απλώς περνούσε από το μυαλό, ακούστηκε στο κεφάλι μου εντελώς καθαρά.
Και αν σταματήσω;
Απλώς να μην θυμάμαι πια τίποτα γι’ αυτόν.
Ας τα βγάλει πέρα μόνος του.
Ας ξεχνάει.
Ας κάνει λάθη.
Ας ζήσει έστω λίγο με το δικό του κεφάλι.
Με τρόμαξε ακόμα και αυτή η σκέψη.
Προσπάθησε αμέσως να τη διώξω.
Αλλά εκείνη είχε ήδη μείνει.
Το επόμενο πρωί ο Παύλος ρώτησε στο πρωινό:
– Άννα, πότε πρέπει να πληρωθούν οι λογαριασμοί;
– Μήπως χάσαμε την προθεσμία;
Αυτόματα ήθελα να πω την ημερομηνία.
Φυσικά, τη θυμόμουν τέλεια.
Αλλά ξαφνικά σταμάτησα.
– Δεν ξέρω, Παύλο, – απάντησα ψύχραιμα.
Σήκωσε το κεφάλι.
– Με την έννοια – δεν ξέρεις;
– Μα εσύ πάντα…
– Τώρα δεν ξέρω.
Φυσικά, το ήξερα.
Απλώς για πρώτη φορά αποφάσισα να κρατήσω αυτή την πληροφορία για τον εαυτό μου.
Και điều περίεργο – το ταβάνι δεν έπεσε, το διαμέρισμα δεν εξαφανίστηκε, τίποτα τρομερό δεν συνέβη.
Αλλά η πραγματική δοκιμασία ήταν μπροστά.
Λίγες μέρες αργότερα ήρθε στον Παύλο ένα ειδοποιητήριο για δέμα.
Το περίμενε καιρό.
Έβγαλα το χαρτάκι από το γραμματοκιβώτιο, ανέβηκα στο σπίτι και από συνήθεια κατευθύνθηκα προς τον πίνακα από φελλό.
Έγραψα μάλιστα με το στυλό:
«Για τον Παύλο…»
Και σταμάτησα.
Κοίταξα τη γραμμή.
Μετά τη διέγραψα και απλώς έβαλα το ειδοποιητήριο στο κομοδίνο, ακριβώς επάνω στο ημερολόγιό του.
Θα το δει.
Σε αυτό το δέμα βρισκόταν ένας σπάνιος παλιός φακός.
Τέτοιους δεν έβγαιναν εδώ και πολλά χρόνια.
Ο Παύλος τον είχε βρει τυχαία σε έναν συλλέκτη στην άλλη άκριρη της χώρας, αλληλογραφούσε καιρό, παζάρευε, περίμενε την αποστολή.
Ονειρευόταν να προσαρμόσει τον φακό στην αγαπημένη του φωτογραφική μηχανή και να κάνει μια φωτογράφιση στην εγγονή μας.
Ήξερα πολύ καλά πόσο σημαντική ήταν γι’ αυτόν αυτή η αγορά.
Και ήξερα την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας φύλαξης.
Την ήξερα καλύτερα από τον ίδιο τον Παύλο.
Αλλά σιώπησα.
Το ειδοποιητήριο έμενε στο κομοδίνο για μέρες.
Ο Παύλος περνούσε δίπλα του το πρωί, τη μέρα, το βράδυ.
Ασχολούνταν με τις φωτογραφικές του μηχανές, έψαχνε κουτιά, έπινε τσάι δίπλα – και ούτε μια φορά δεν κοίταξε το χαρτάκι.
Ήταν βασανιστικά δύσκολο για μένα να μην επεμβαίνω.
Αρκετές φορές ήθελα να πω:
– Παύλο, το δέμα.
Μια φορά μάλιστα άνοιξα το στόμα μου:
– Παύλο…
Και σταμάτησα αμέσως.
Όχι από κακία.
Όχι από επιθυμία να τιμωρήσω.
Απλώς κατάφερνα να καταλάβω: αν του το θυμίσω ξανά, τίποτα ποτέ δεν θα αλλάξει.
Μέχρι το τέλος της ζωής του θα είναι σίγουρος ότι δίπλα του βρίσκεται το δικό μου κεφάλι, το οποίο θα λειτουργεί πάντα αντί για το δικό του.
Η προθεσμία φύλαξης έληξε το Σάββατο.
Και ο Παύλος θυμήθηκε το δέμα μόνο τη Δευτέρα στο πρωινό.
Σταμάτησε ξαφνικά με το φλιτζάνι στο χέρι.
– Ο φακός!
Χύθηκε στο χολ, άρπαξε το ειδοποιητήριο και κυριολεκτικά άλλαξε όψη.
Μετά από ένα λεπτό έτρεχε ήδη στο ταχυδρομείο, φορώντας το μπουφάν του πάνω από τα ρούχα του σπιτιού και χωρίς καν να αλλάξει τις παντόφλες του.
Γύρισε σκυθρωπός, γκρίζος.
– Έφυγε, – μουρμούρισε, καθίζοντας βαριά στο σκαμνί.
– Το έστειλαν πίσω.
– Τέλος.
– Τέτοιο φακό δεν θα ξαναβρώ.
Σιωπούσα.
Ο Παύλος σήκωσε το κεφάλι.
Στα μάτια του εμφανίστηκε σχεδόν παιδική, προσβεβλημένη οργή.
– Και εσύ γιατί δεν μου είπες;
– Είδες το ειδοποιητήριο!
– Εσύ τα προσέχεις πάντα όλα.
– Μα ήταν δύσκολο να μου το θυμίσεις;
– Σκόπιμα σιώπησες;
– Σκόπιμα αποφάσισες να μου την κάνεις;
Στεκόμουν κοντά στη σόμπα και αισθανόμουν πώς τα πάντα μέσα μου τεντώνονταν μέχρι να χτυπήσουν.
Δεν είδε ο ίδιος το ειδοποιητήριο.
Ξέχασε ο ίδιος το δέμα.
Έχασε ο ίδιος την προθεσμία.
Και τώρα ένοχη έπρεπε να αποδειχτώ πάλι εγώ.
Αυτή τη φορά δεν άρχισα να δικαιολογούμαι.
Πλησίασα στον πίνακα από φελλό.
Έβγαλα τη λίστα.
Την έβαλα μπροστά στον Παύλο.
– Να όλες οι δουλειές σου.
– Γενέθλια συγγενών, γιατροί, λογαριασμοί, δέματα, συναντήσεις.
– Από σήμερα ασχολείσαι μόνος σου με αυτά.
– Αν εγώ, κατά τη γνώμη σου, τα πηγαίνω άσχημα με αυτή την υποχρέωση, τότε πάρε την εσύ επάνω σου.
Πήγα στην κρεβατοκάμαρα.
Πήρα από το κομοδίνο το δερμάτινο ημερολόγιό του, με το οποίο σχεδόν ποτέ δεν ασχολούνταν.
Γύρισα στην κουζίνα και το έβαλα δίπλα στη λίστα.
– Και εδώ θα γράφεις όλα τα καινούργια.
Ο Παύλος με κοιτούσε όχι πια θυμωμένος, αλλά μάλλον τρομαγμένος.
– Άννα, τι σε έπιασε ξαφνικά;
– Τίποτα.
– Απλώς οι δουλειές σου ανήκουν πλέον σε σένα.
– Όχι σε μένα.
– Αν ρωτήσεις πότε να πληρώσεις τους λογαριασμούς – δεν θα σου πω.
– Ακόμα κι αν το ξέρω.
– Όχι από κακία.
– Απλώς επειδή αυτή είναι η δική σου ευθύνη.
– Κατάλαβες;
Συννέφιασε.
Καμία απάντηση.
Αλλά πήρε το ημερολόγιο.
Από εκείνη την ημέρα ο Παύλος άρχισε πράγματι να γράφει.
Στην αρχή πήγαινε άσχημα.
Μπερδεύ The ημερομηνίες, ξεχνούσε να ανοίξει το ημερολόγιο, έγραφε κάτι σε ένα τυχαίο χαρτάκι και μετά το έχανε.
Μια φορά μπέρδεψε την ημέρα του ραντεβού με τον γιατρό.
Πήγε στην πολυκλινική μια μέρα νωρίτερα, έστησε την ουρά και μόνο έξω από το ιατρείο κατάλαβε ότι ήταν κλεισμένος για εντελώς άλλη ημερομηνία.
Γύρισε σπίτι θυμωμένος.
Δεν άρχισα να του θυμίζω ότι πριν κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε μόνο επειδή τα έλεγχα όλα εγώ.
Μετά συνέβη ένα δυσάρεστο περιστατικό με την κόρη μας.
Έπρεπε να έρθει με τρένο μαζί με την εγγονή μας.
Ο Παύλος είχε υποσχεθεί να τους περιμένει στον σιδηροδρομικό σταθμό.
Δεν τις περίμενε.
Η κόρη με το παιδί ταξίδεψαν μόνες τους.
Φυσικά, μετά θύμωσε.
Και ο Παύλος στεκόταν μέσ’ στο χολ με το ημερολόγιο στα χέρια, γυρίζοντας αγωνιωδώς τις σελίδες και επαναλαμβάνοντας:
– Μα πού το έγραψα;
– Σίγουρα το έγραφα…
Τον λυπόμουν.
Πολύ.
Ήθελα να πλησιάσω, να βρω την ημερομηνία, να του υποδείξω, να τον ηρεμήσω.
Αλλά δεν το έκανα.
Επειδή κατάφερνα να καταλάβω: οίκτος τώρα θα μας ξαναγύριζε εκεί, από όπου μόλις είχα αρχίσει να ξεφεύγω.
Σιγά-σιγά ο Παύλος έμαθε.
Άρχισε να κοιτάζει το ημερολόγιο κάθε πρωί.
Κρέμασε ημερολόγιο δίπλα στην πόρτα.
Έλεγχε μόνος του τις προθεσμίες πληρωμής.
Έβαζε ξυπνητήρια στο τηλέφωνο.
Έγραφε τις ημερομηνίες γενεθλίων.
Έκανε λάθος μερικές φορές, αλλά δεν με ρωτούσε πια ποιος φταίει.
Εκείνος ο σπάνιος φακός, βέβαια, δεν μου συγχώρεθηκε μέχρι τέλους.
Κάποιες φορές, όταν γίνεται λόγος για παλιές φωτογραφικές μηχανές, παρατηρώ πώς ο Παύλος σκουριάζει.
Μάλλον θυμάται ακόμα εκείνο το δέμα.
Αλλά εγώ δεν ξυπνάω πια χαράματα με έτοιμη λίστα με τις δουλειές του στο κεφάλι.
Δεν χρειάζεται να θυμάμαι το πρωί πού πρέπει να πάει σήμερα ο Παύλος, ποιον να πάρει τηλέφωνο, τι να παραλάβει, πού να πληρώσει και σε ποιον να ευχηθει.
Έχω επιτέλους δικές μου σκέψεις, δικό μου πρωινό και δική μου μνήμη – μη απασχολημένη με ξένες υποχρεώσεις.
Μετανιώνω;
Όχι.
Μόνο για ένα πράγμα.
Ότι δεν έπαψα να είμαι ο προσωπικός του διαχειριστής πολύ νωρίτερα.







