Ο σύζυγός μου με έφερε σε δύσκολη θέση φέρνοντας τους συναδέλφους του στο σπίτι μας τα μεσάνυχτα για να γιορτάσουν την προάγωγσή του, ενώ εγώ έπρεπε να δουλέψω το πρωί.

Βρήκα τρόπο να του απαντήσω…

— Καλά, δεν χαίρεσαι καθόλου για τον άντρα σου;

Τον προήγαγαν, κι εσύ έχεις τέτοια μούτρα, σαν

να συνέβη κάτι κακό! — μου φώναξε σχεδόν ακριβώς στο αυτί μια άγνωστη γυναίκα με λεοπάρ φόρεμα.

Από πάνω της μύριζε έντονα γλυκό άρωμα αναμεמειγμένο με αλκοόλ.

Από αυτή την βαριά μυρωδιά μου γαργαλήθηκε ο λαιμός και ζαλίστηκα δυσάρεστα.

Δεν είχα την παραμικρή ιδέα ποια ήταν.

Άλλωστε, από όλη αυτή την παρέα ήξερα μόνο τον Πέτρα — τον άντρα μου.

Πρώτος αυτός άνοιξε την πόρτα με το κλειδί του και μπήκε στο διαμέρισμα, και πίσω του εισέβαλε θορυβωδός ολόκληρος όχλος: πέντε ή έξι γυναίκες με γούνες, άλλη μια με λαδί ντουμπλένκα και ένας κοντός, κασιδιάρης άντρας με ένα μπουκάλι σαμπάνια στο χέρι.

— Μπαίνουμε, μην ντρεπόμαστε! — ανακοίνωσε δυνατά ο Πέτρας.

Εκείνη τη στιγμή αποχαιρέτησα νοερά τα σχέδιά μου να κάνω ένα ήσυχο μπάνιο και μετά να ξαπλώσω επιτέλους στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ.

— Συνεχίζουμε τη γιορτή! Σήμερα κερνάω εγώ τους πάντες!

Αuta ta άτομα εμφανίστηκαν στο σπίτι μας εντελώς απροσδόκητα.

Κανείς δεν τους είχε καλέσει.

Πιο συγκεκριμένα, εγώ σίγουρα δεν τους είχα καλέσει.

Και μάλιστα δεν με είχαν καν ειδοποιήσει ότι ο σύζυγός μου αποφάσισε να συνεχίσει το γλέντι στο σπίτι.

Κατάλαβα πολύ καλά: τον Πέτρα τον προήγαγαν, σημαντικό γεγονός για εκείνον, ήθελε να το γιορτάσει.

Μα καλά, δεν μπορούσε τουλάχιστον να πάρει ένα τηλέφωνο πιο πριν και να πει ότι σκοπεύει να φέρει κόσμο;

Δεν μιλούσα καν πια για αγάπη ή προσοχή.

Το θέμα ήταν η στοιχειώδης ευγένεια.

Αλλά, όπως φαινόταν, οι δικές μου επιθυμίες δεν ενδιέφεραν απολύτως κανέναν εδώ πέρα.

Με αντιμετώπιζαν περίπου σαν μέρος του διαμερίσματος: ψυγείο, βραστήρα, κρεμάστρα ή λειτουργία «έξυπνου σπιτιού» που όφειλε να εξυπηρετεί τους παρευρισκόμενους και παράλληλα να μην κάνει περιττές ερωτήσεις.

— Πέτρα, — του είπα χαμηλόφωνα πλησιάζοντας τον άντρα μου, — είναι ήδη μεσάνυχτα.

Αύριο πρέπει να είμαι στη δουλειά στις οκτώ.

Μήπως γιορτάσατε ήδη αρκετά;

Είστε ούτως ή άλλως όλοι κεφάτοι.

Ζήτησέ τους να πάνε στα σπίτια τους.

Ο Πέτρας αμέσως συνοφρυώθηκε.

— Μαρίνα, δεν γίνεται έτσι.

Για λίγη ώρα προσπάθησα ακόμα να διαφωνήσω, ωστόσο η φωνή μου απλώς χανόταν στον γενικό θόρυβο.

Κάποιος γελούσε.

Κάποιος έβγαζε ήδη τα εξωτερικά του ρούχα.

Κάποιος διηγούταν μεγαλόφωνα την επόμενη ιστορία.

Ο Πέτρας με απομάκρυνε με μια κίνηση του χεριού, σαν να τον απασχολούσα με κάποιο εντελώς ασήμαντο πρόβλημα.

— Έχω προαγωγή! Το καταλαβαίνεις καθόλου;

Είναι γιορτή!

Μην είσαι τόσο σχολαστική.

Κάνε τουλάχιστον πως σου είναι ευχάρισto.

Προτού προλάβω να απαντήσω οτιδήποτε, μου φόρτωσαν κυριολεκτικά μια αγκαλιά γούνες και μερικές γυναικείες τσάντες.

Για κάποιο λόγο όλοι αποφάσισαν αμέσως ότι ήμουν υποχρεωμένη να δεχτώ τα πράγματά τους.

— Και πού να τα κρεμάσουμε αυτά; — φώναξε η γυναίκα με το λεοπάρ φόρεμα. — Έχετε καμιά ντουλάπα;

— Έλα, βάλε τα όλα στον καναπέ, τι σκαλίζεις τώρα! — πέταξε μια άλλη, εκείνη με τη λαδί ντουμπλένκα.

Είχα μια όλο και πιο περίεργη αίσθηση, σαν να μην είχαν έρθει αυτοί στο δικό μου σπίτι, αλλά να βρισκόμουν εγώ τυχαία καλεσμένη στο δικό τους.

Τόσο ελεύθερα και αυθαίρετα διαχειρίζονταν αυτά τα άτομα το διαμέρισμά μου.

Ο κασιδιάρης άντρας εν τω μεταξύ προχώρησε με σιγουριά στην κουζίνα.

Κινούνταν σαν να ζούσε εκεί όλη του τη ζωή.

Χωρίς καμία άδεια άνοιξε το ψυγείο και άρχισε να βγάζει τρόφιμα από μέσα.

Στο τραπέζι βρέθηκε μια μυζηθρόπιτα, φτιαγμένη από μένα για το πρωινό.

Αμέσως μετά — ένα πλαστικό κουτί με ντοματίνια.

Μετά ένα κομμάτι καλό τυρί, που φύλαγα ειδικά για το Σαββατοκύριακο.

Χρειάζεται να πω ότι μέσα στα επόμενα μισά ώρα όλα αυτά είχαν φαγωθεί;

Μετά από αυτό οι καλεσμένοι βρήκαν ψωμί.

— Ω, μα εδώ έχει και κρασί! — ανακοίνωσε χαρούμενη μια από τις γυναίκες.

Φορούσε ένα μαύρο λαμπερό φόρεμα, κατάμεστο από πούλιες, που θύμιζαν λέπια ψαριού.

Γύρισα και είδα στα χέρια της ένα μπουκάλι.

Κατάλαβα αμέσως ποιο ακριβώς ήταν.

— Πού το βρήκατε; — πλησίασα πιο κοντά και προσπάθησα να πάρω πίσω το κρασί.

Αλλά η γυναίκα πιάστηκε γερά από το μπουκάλι με τα δύο της χέρια.

— Δεν χρειάζεται να το ανοίξετε, — είπα. — Αυτό το κρασί δεν είναι για συνηθισμένο γλέντι.

Μια φίλη μου το είχε φέρει από την Ιταλία εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Το φύλαγα για ξεχωριστή περίσταση.

Φυσικά και χαιρόμουν για την προαγωγή του Πέτρα.

Πραγματικά χαιρόμουν.

Απλώς φανταζόμουν αυτό το βράδυ εντελώς διαφορετικά.

Ήθελα να γιορτάσω τα νέα μόνοι μας οι δυο μας.

Χωρίς ξένες φωνές.

Χωρίς πλήθος.

Να ανοίξουμε ήσυχα ακριβώς αυτό το μπουκάλι και να καθίσουμε μαζί στο σπίτι.

— Δεν χρειάζεται να το πάρετε, — επανέλαβα.

Αλλά ο Πέτρας επενέβη αμέσως:

— Μαρίνα, σταμάτα να κάνεις παράσταση!

Πήγαινε καλύτερα κοντά μας, πιες λίγο, χαλάρωσε.

Γιατί συμπεριφέρεσαι σαν ξένη;

— Πέτρα, έχω δουλειά το πρωί, — του θύμισα. — Στις οκτώ πρέπει να σηκωθώ.

Το ξέρεις πολύ καλά.

Δεν έχω προλάβει καλά-καλά να συνέλθω ούτε μετά από τη σημερινή μέρα.

Ο σύζυγος χαμογέλασε σαν το πρόβλημά μου να ήταν αστείο.

— Μα μια φορά γίνεται!

Μήπως μαζευόμαστε έτσι κάθε μέρα;

Θα σου ήταν δήθεν πιο ευχάριστο αν περιπλανιόμουν κάπου έξω μέχρι το πρωί;

Αφού στο σπίτι γύρισα.

Εκείνη τη στιγμή η γυναίκα με το λεοπάρ φόρεμα με κοίταξε σαν να την ενοχλούσε η ίδια η ύπαρξή μου.

Πιτζάμες.

Κουρασμένο πρόσωπο.

Η έλλειψη διάθεσης για γλέντι.

Όλα αυτά, όπως φαινόταν, της φαίνονταν προσωπική προσβολή.

— Να γιατί οι άντρες φεύγουν μετά, — ακούστηκε χαμηλόφωνα, αλλά αρκετά καθαρά ώστε να το ακούσει όλη η κουζίνα. — Ο άντρας δουλεύει, προσπαθεί, πετυχαίνει διάφορα.

Ενώ η γυναίκα δεν μπορεί ούτε να χαμογελάσει, ούτε να δώσει κανονικά συγχαρητήρια.

Τουλάχιστον να είχε ντυθεί με κάτι ωραίο.

Δεν απάντησα τίποτα.

Απλώς στεκόμουν και κοίταζα πώς άνοιγαν το κρασί μου.

Πώς το έβαζαν στα ποτήρια μου.

Πώς εντελώς ξένοι άνθρωποι τα σήκωναν ψηλά και φώναζαν δυνατά:

— Στον Πέτρα!

— Στον νέο διευθυντή!

Άρα, ο άντρας μου είναι πλέον διευθυντής.

Γιατί όμως από αυτή τη σκέψη δεν ήθελα να χαμογελάσω, αλλά να κλάψω;

— Μαρίνα, άντε αρκετά πια με τα καμώματα, — ο Πέτρας πλησίασε και με έπιασε από τον αγκώνα.

Με κοιτούσε επίμονα στο πρόσωπο.

Στο βλέμμα του διαγραφόταν σχεδόν πραγματική απογοήτευση.

— Νόμιζα ότι θα χαιρόσουν, — είπε. — Για μένα αυτό είναι σημαντικό.

Και γενικότερα, για τους δυο μας.

— Χαίρομαι, — απάντησα. — Πραγματικά χαίρομαι.

Αλλά τώρα είναι μεσάνυχτα, Πέτρα.

Θέλω πολύ να κοιμηθώ.

Μπορώ να χαρώ κανονικά αύριο;

Το πρόσωπό του άλλαξε αμέσως.

— Εσύ πάντα έτσι κάνεις! — η φωνή του έγινε πιο δυνατή και πιο σκληρή.

Μόνο τώρα κατάλαβα τελικά πόσο πολύ μεθυσμένος ήταν ο σύζυγός μου.

Πολύ περισσότερο από όσο μου φάνηκε στην αρχή.

— Συνέχεια βρίσκεις τρόπο να χαλάσεις μια καλή στιγμή! Συνέχεια!

Δεν συνέχισα να ακούω άλλο.

Πήγtım απλώς στην κρεβατοκάμαρα.

Ξάπλωσα πάνω στο κάλυμμα ανάσκελα και έκλεισα τα μάτια.

Πίσω από τον τοίχο συνέχιζαν να φωνάζουν τραγούδια.

Κάποιος γελούσε δυνατά.

Τσούζανε τα γυαλιά.

Κάποια στιγμή ακούστηκε ο ήχος ενός αντικειμένου που έσπασε, και μετά άκουσα κάποιον να σκουπίζει τα θραύσματα.

Το πρωί ξύπνησα με βαριά κεφαλή, παρόλο που όλο το βράδυ δεν ήπια ούτε σταγόνα αλκοόλ.

Οι καλεσμένοι δεν είχαν φύγει πουθενά.

Έμειναν να κοιμηθούν ακριβώς στο σαλόνι μας.

Η γυναίκα με το λεοπάρ φόρεμα ήταν ξαπλωμένη φαρδιά-πλατιά στον καναπέ, σηκώνοντας τα πόδια της με τα μαύρα καλσόν.

Ο κασιδιάρης άντρας ροχάλιζε δυνατά στην πολυθρόνα.

Μια άλλη καλεσμένη, εκείνη στο φόρεμα με τις λαμπερές πούλιες, κοιμόταν απευθείας στο πάτωμα, βάζοντας για μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της το μαξιλάρι του καναπέ.

Ο Πέτρας κοιμόταν δίπλα μου.

Από πάνω του μύριζε βαριά το χθεσινό αλκοόλ.

Όταν βγήκα από την κρεβατοκάμαρα, η γυναίκα με το λεοπάρ άνοιξε ελαφρά τα μάτια της και με βραχνή φωνή ζήτησε:

— Φτιάξε καφέ.

Και κάλεσέ μου ταξί, εντάξει;

Το κινητό μου έχει ξεφορτιστεί.

Δεν της είπα απολύτως τίποτα.

Ντύθηκα σιωπηλά, πήρα την τσάντα μου και έφυγα για τη δουλειά.

Θυμωμένη.

Ακοίμητη.

Με πονοκέφαλο.

Τις τρεις επόμενες μέρες δεν έθιξα αυτό το θέμα.

Μαγείρευα δείπνο.

Έπλενα τα πουκάμισα του Πέτρα.

Άκουγα τις ιστορίες για τη νέα του θέση και μάλιστα χαμογελούσα όταν μοιραζόταν με ενθουσιασμό τα καθήκοντά του.

Και τις τρεις μέρες περίμενα μόνο ένα πράγμα.

Ότι ο σύζυγος θα θυμόταν μόνος του εκείνη τη νύχτα και θα ζητούσε συγγνώμη.

Αλλά καμία συγγνώμη δεν ακολούθησε.

Τότε αποφάσিলাম να τον τιμωρήσω.

Και κάλεσα στο σπίτι συναδέλφους.

Στο τμήμα μας δούλευαν σχεδόν μόνο άντρες — οκτώ άτομα, οι επτά από αυτούς μηχανικοί.

Ήρθαν όλοι.

Κάποιος έφερε λουλούδια.

Κάποιος — κρασί.

Μιλούσαν δυνατά, αστειεύονταν και γελούσαν.

Πολύ σύντομα το διαμέρισμα γέμισε με τον ίδιο χαρούμενο θόρυβο που πριν από τρεις μέρες ακριβώς δημιουργούσαν οι απρόσκλητοι καλεσμένοι του Πέτρα.

Ο σύζυγος γύρισε στο σπίτι ακριβώς τη στιγμή που η γιορτή βρισκόταν στο αποκορύφωμά της.

Άκουσε φωνές από την κουζίνα, αλλά στην αρχχή δεν ανησύχησε καν.

Πιθανότατα σκέφτηκε ότι κάθονταν οι γνωστοί του.

Ο Πέτρας μπήκε ήσυχα στην κουζίνα.

Και κυριολεκτικά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπό του.

Χλώμιασε.

Το δέρμα απέκτησε μια γκριζωπή απόχρωση.

Ο σύζυγος άνοιξε το στόμα του και πήρε μερικές φορές θορυβώδεις ανάσες, σαν να του ήταν ξαφνικά δύσκολο να αναπνεύσει.

Αυτή την έκφραση του προσώπου του τη θυμήθηκα για πολύ καιρό.

— Τι είναι αυτό; — ρώτησε τελικά σχεδόν ψιθυριστά.

Τον κοίταξα ψύχραιμα.

— Αυτοί είναι οι συνάδελφοί μου.

Παραδώσαμε με επιτυχία το έργο και αποφασίσαμε να το γιορτάσουμε.

Σκέφτηκα ότι είναι ασφαλέστερο και πιο σωστό να γιορτάζουμε στο σπίτι, δίπλα στον σύζυγο, παρά να καθόμαστε άγνωστο πού μέχρι αργά.

Οπότε δεν έχεις απολύτως τίποτα να ανησυχείς.

Ο Πέτρας κοίταξε πίσω προς τους άντρες που κάθονταν στο τραπέζι και χαμήλωσε αισθητά τη φωνή του:

— Μαρίνα… είναι ήδη δέκα το βράδυ.

Έκανα ένα εκπληκτό πρόσωπο.

— Αλήθεια;

Και τι συμβαίνει;

— Μήπως οι καλεσμένοι σου πρέπει να πάνε σπίτι τους; — ξεστόμισε μέσα από τα δόντια του.

— Ο κόσμος βασικά ετοιμάζεται να κοιμηθεί.

Χαμογέλασα ειρωνικά.

— Κοίτα να δεις.

Και μου φαινόταν απολύτως φυσιολογικό να φέρνεις κόσμο στο σπίτι χωρίς προειδοποίηση οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας.

Αφού εσύ ακριβώς έτσι πιστεύεις, εε;

Ο Πέτρας θίχτηκε αμέσως.

— Αυτό είναι εντελώς διαφορετικό!

— Και σε τι ακριβώς διαφέρει; — απόρησα ειλικρινά.

Απάντηση δεν υπήρξε.

Ο σύζυγος σώπαιναν.

Οι συνάδελφοί μου επίσης δεν παρενέβησαν, αλλά από τα πρόσωπά τους καταλάβαινε κανείς ότι αντιλαμβάνονταν τέλεια τι συνέβαινε.

Έκανα πως δεν είχε συμβεί τίποτα το ιδιαίτερο.

— Πέτρα, πήγαινε σε παρακαλώ για σούσι.

Ο κούριερ θα αργήσει να έρθει.

Και πάρε κάτι ακόμα να πιούμε, μας τελείωσε σχεδόν.

Στα μάγουλα του συζύγου εμφανίστηκαν κόκκινες κηλίδες.

Στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα με το στόμα ανοιχτό.

Φαινόταν ότι μέσα του ήταν ήδη έτοιμος ένας ολόκληρος μονόλογος.

Αλλά ο Πέτρας συγκρατήθηκε.

Γύρισε και έφυγε.

Μετά από περίπου σαράντα λεπτά επέστρεψε με σακούλες φαγητού.

Μέχρι το τέλος της βραδιάς άλλοτε με κοίταζε προσβεβλημένος και άλλοτε έριχνε επικριτικές ματιές, ωστόσο μπροστά στους καλεσμένους δεν είπε τίποτα.

Μόνο αργά τη νύχτα, όταν η πόρτα έκλεισε πίσω από τον τελευταίο συνάδελφο και στο διαμέρισμα επικράτησε επιτέλους ησυχία, ο Πέτρας κάθισε απέναντί μου.

Σώπαιναν για λίγη ώρα.

Μετά είπε:

— Κατάλαβα.

Σήκωσα τα μάτια.

— Τι ακριβώς;

— Τα κατάλαβα όλα, Μαρίνα.

Συγχώρεσέ με.

Τότε άδικο είχα.

Χαμογέλασα ελαφρά.

— Σοβαρά;

Μόνο τώρα το έπιασες;

— Σοβαρά, — απάντησε ο Πέτρας. — Υπόσχομαι ότι από αυτή τη στιγμή θα λαμβάνω υπόψη τη γνώμη σου.