Καινοτομία
Η Νίνα απομάκρυνε το τηλέφωνο από το αυτί της, κοίταξε την οθόνη σαν να περίμενε να δει εκεί το θρασύ πρόσωπο της Λάρισας και εκπνέοντας αργά.
Η Ντάρια μετέφερε προσεκτικά το βάρος στο δεξί της πόδι, για να μην τρίζει το παλιό σκαμνί από κάτω της. Στο πάνω ράφι της ογκώδους σοβιετικής ντουλάπας
— Όλγα, καταλαβαίνεις καθόλου την έννοια «αλ ντέντε»; — ο Άρτουρ τσίμπησε αηδιασμένα με το πιρούνι ένα μακαρόνι, σαν να ήταν γαιοσκώληκας που είχε κατά
— Βγάλ’ το αμέσως, αλλιώς θα κόψω τη δαντέλα κατευθείαν πάνω στο σώμα σου, — η φωνή της Αλίνα ήταν ήσυχη, στεγνή και εντελώς χωρίς συναίσθημα, πράγμα που
— Περίμενες επίτηδες να φύγω για το πρατήριο για να την πάρεις τηλέφωνο και να της ρίξεις έναν κουβά λάσπη; — ο Βαλέρι δεν μπήκε στην κουζίνα, αλλά χώθηκε
— Τι ανοησίες είναι αυτές… Στην οθόνη του λάπτοπ, που φώτιζε την κουζίνα με ένα ψυχρό γαλάζιο φως, εμφανίστηκε για τρίτη φορά η κόκκινη ειδοποίηση.
Έτρωγα τη σαλάτα μου στην κουζίνα του γραφείου, όταν ο Αρτιόμ μπήκε μέσα με το τηλέφωνο στο χέρι. — Σταμάτα να ζεις εις βάρος μου! — πέταξε ο σύζυγός μου
— Οι γονείς σου τι, σκοπεύουν να μείνουν άστεγοι μετά από ένα τέτοιο «δώρο»; — ρώτησα τον αρραβωνιαστικό μου, κρατώντας έναν φάκελο με πέντε χιλιάδες ρούβλια.
Οι πόρτες του προαστιακού λεωφορείου έκλεισαν με πάταγο ακριβώς μπροστά στο πρόσωπο της Οξάνα. Πρόλαβε μάλιστα να χτυπήσει με την παλάμη της το βρώμικο
«Μάθημα σερβιρίσματος» — Βάλε φανφάρες και φέρε μου τις παντόφλες με τα δόντια, — είπε ο άντρας, μόλις μπήκε από τη δουλειά, χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια του στο χολ.









