Καινοτομία
Η Έλενα στεκόταν δίπλα στο παράθυρο, παρακολουθώντας τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου να βάφουν τους τοίχους του διαμερίσματος σε ζεστές αποχρώσεις.
Η Ναταλία σκούπιζε το περβάζι όταν άκουσε ότι ο μεταφραστής έλεγε ψέματα. Ο νεαρός με το σακάκι μιλούσε στον ηλικιωμένο Άραβα. Ο διευθυντής καθόταν αδιάφορα.
— Νατάσα, αγόρασες καβούρι; — η φωνή του Αντόν από το σαλόνι ακουγόταν χαλαρή και απαιτητική. Σαν να μιλούσε για χρηματιστήριο. Κι όχι για δείπνο με δικά μου χρήματα.
Η Κάτια καθόταν στο αυτοκίνητο και δεν έκλαιγε. Ήταν περίεργο. Να μην κλαις. Όταν πίσω σου μένει ένα σπίτι. Επτά χρόνια ζωής. Στο πίσω κάθισμα κοιμόταν ο Λένια.
— Είμαι σπίτι! — ακούστηκε από τον διάδρομο. Το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά. Ο ήχος ακούστηκε σαν πυροβολισμός. Η Λάρισα ανατρίχιασε. Τον περίμενε τρεις ώρες.
Υπάρχουν τρία πράγματα που δεν πρέπει ποτέ να αφήνεις στην τύχη. Η ανακαίνιση συγγενών. Η ανατροφή βρετανικών γατών. Και οι προσπάθειες της πεθεράς να
Η πεθερά μου, η Λάρισα Βικτόροβνα, διαθέτει ένα σπάνιο και πραγματικά αξιοσημείωτο ταλέντο. Ξέρει να μετατρέπει τη μητρική της αγάπη σε σκληρό νόμισμα.
Η Ζιναΐδα χτυπούσε με τη γροθιά της την καγκελόπορτα. Μέχρι που ο σκύλος του γείτονα άρχισε να γαβγίζει σε όλο το στενό. Ο Βίκτωρ στεκόταν δίπλα στο φορτηγό.
— Θα αγοράσεις το διαμέρισμα της αδελφής σου, — είπε η μητέρα χωρίς καν να χαιρετήσει. Η Κάτια πάγωσε με το τηλέφωνο στο χέρι. Μόλις είχε τηλεφωνήσει
Η Λένα έπλενε τα πιάτα και χαμογελούσε στις σκέψεις της. Σήμερα ο Κόστια γύρισε από τη δουλειά διαφορετικός. Ήταν σιωπηλός και συγκεντρωμένος.









